Χριστόδουλος Αντωνιάδης (Πάφιος)

 Όσο μελάνι κι αν χυθεί είναι πολύ λίγο για να καλύψει το κεφάλαιο που ονομάζεται Χριστόδουλος Πάφιος. Είναι δύσκολο και παράτολμο να επιχειρήσoυμε να γράψουμε για το μεγάλο αυτό υπηρέτη του Θεάτρου Σκιών μέσα σε λίγες μόνο σελίδες, όμως το έργο μας θα ήταν ελλιπές αν απουσίαζε η μεγάλη αυτή μορφή της Χλώρακας.

Ο Χριστόδουλος Αντωνιάδης (ψευδώνυμο Πάφιος) γεννήθηκε στη Χλώρακα στις 2 Φεβρουαρίου του 1904. Οι γονείς του ήταν ο Αχιλλέας Βλόκκος–παλιός ψαράς και καλοφωνάρης ψάλτης-και η Παναγιωτού. Νυμφεύτηκε το 1927 τη Βρυωνού (Φκωνού). Μαζί απέκτησαν εννέα παιδιά. Τέσσερα από τα παιδιά τους έχουν ομηρικά ονόματα: Αχιλλέας, Πάτροκλος, Πάρης και Ελένη. Τον πρωτότοκο γιο του, τον οποίο έχασε σε αυτοκινητικό δυστύχημα στην Πέτρα του Ρωμιού, ονόμασε Αντώνη γιατί θαύμαζε και αγαπούσε το συνάδελφό του καραγκιοζοπαίκτη Αντώνη Μόλλα. Όταν επρόκειτο να βαπτιστεί ο γιος του Πάτροκλος –επειδή τότε συνηθίζετο ο νονός να δίνει το όνομα στο παιδί – στάθηκε στο πλευρό του νονού και την ώρα που ήταν έτοιμος να πει το όνομα στον ιερέα, ο Πάφιος με επιβλητική φωνή  του λέει: «Πάτροκλον ει δε μή φύε». Το 1982 έχασε και το στερνοπαίδι του τον Ελπιδοφόρο. Μικρότερη του κόρη η Πατού που πέθανε κι αυτή πριν λίγα χρόνια, αδικημένη από τη φύση, πάντα όμως στο πλευρό του, στις δύσκολες στερνές του ώρες.

H γνωριμία του με τον Καραγκιόζη και η πρώτη του απόπειρα

Ο Πάφιος γνώρισε τον καραγκιόζη στα οχτώ του, όταν το 1912 ο καραγκιοζοπαίχτης Γεράσιμος από την Κεφαλονιά ήρθε στη Χλώρακα, για να δώσει παράσταση καραγκιόζη. Ο πατέρας του βοηθούσε τον καφετζή που φιλοξενούσε το Γεράσιμο και έτσι μπορούσε να μπει στον καφενέ ελεύθερα και να παρακολουθήσει τις παραστάσεις. Την πρώτη φορά που παρακολούθησε νόμισε πως ήταν δαιμονάκια, που τα κατέβαζε από τη στέγη στο καφενείο. Ο πατέρας του, όμως, τον καθησύχασε λέγοντάς του πως είναι πεννατζίδκια (χαρτόνια) και του υποσχέθηκε την άλλη μέρα να τον πάρει πίσω από το πανί να δει τις φιγούρες, όπως κι έγινε. Τότε, ο μικρός Ττοουλής άρχισε να μαζεύει κουτιά λουκουμιών και να σκαρώνει τις πρώτες του φιγούρες μιμούμενος διάφορες φωνές.

Ο έρωτάς του για τον καραγκιόζη ήταν κεραυνοβόλος. Συνεχώς τον είχε στο μυαλό του. Ένα βράδυ που απουσίαζαν οι γονείς του από το σπίτι κάλεσε αρκετούς φίλους του για να τους παίξει καραγκιόζη. Πήρε το σεντόνι από το κρεβάτι του και το έστησε για σκηνή. Μαζί του στο μπερντέ πήρε ένα μικρό για βοηθό, που του κρατούσε το κερί. Έναν άλλον, τον έβαλε στην πόρτα για να εισπράττει. Η είσοδος κόστιζε δύο-τρία σπίρτα ή κανένα αποκαΐδι κεριού. Όλα πήγαιναν καλά μέχρι που ο μικρός βοηθός του άγγιξε το κερί πάνω στο σεντόνι και άναψε φωτιά. Τότε πανικοβλήθηκαν και άρχισαν να φωνάζουν. Τις φωνές άκουσε η μητέρα του, που ήταν στο διπλανό σπίτι και έσπευσε να δει τι τρέχει. Αντικρίζοντας το θέαμα φώναξε: «Ου τον τρισκατάρατο τζιαι έκαψέν μας το σεντόνι!». Τον άρπαξε τότε και του άρχισε τις καρπαζιές. Την ίδια στιγμή έφτασε και ο πατέρας του και όταν πληροφορήθηκε τα συμβάντα του έδωσε το ξύλο της χρονιάς του. Αφού έφαγε αρκετές, κατάφερε σε κάποια στιγμή να τους ξεφύγει και έβγαλε το άχτι του στο μικρό που κρατούσε το κερί.

Η μεγάλη αγάπη που έτρεφε για τον καραγκιόζη, οι πολλές ώρες που ξόδευε για την κατασκευή των φιγούρων από τη μια και η φτώχεια από την άλλη ήταν οι αιτίες που συνέτειναν στο να μείνει ο μικρός Ττοουλής στάσιμος στη Δ΄ τάξη του Δημοτικού. Έτσι, ο πατέρας του τον έβγαλε από το σχολείο και τον πήρε σ’ ένα ράφτη στο Κτήμα για να μάθει την τέχνη. Όμως εκεί βρήκε για καλή του τύχη πρόσφορο πεδίο δράσης, αφού το μαγαζί ήταν γεμάτο από χαρτόνια και ψαλίδια. Μάζευε τα χαρτόνια και τα έπαιρνε στο σπίτι του όπου το βράδυ σχεδίαζε τις φιγούρες του.

Λίγο αργότερα ο Πάφιος έμαθε την «κτιστική» που ήταν το βασικό του επάγγελμα μέχρι τα 18. Μέχρι τότε έπαιζε καραγκιόζη μόνο για το γούστο του, και για τους φίλους του, όπως ο ίδιος έλεγε, και κάπου κάπου έπαιρνε λεφτά.

Οι πρώτες του περιοδείες

Στα 1923 πήγε στη Λευκωσία. Εκεί, βρήκε το μάστρο Μιχάλη Ζαβρό που γνώριζε από την Πάφο, όταν έκτιζαν το γεφύρι του Διαρίζου και του πρόσφερε δουλειά. Εκείνη τη χρονιά, έπαιζαν καραγκιόζη στην πρωτεύουσα ο Νίκος Σμυρνιός και ο Αθηνόδωρος. Από τον τελευταίο –που του άρεσε ιδιαίτερα, γιατί έπαιζε πατριωτικά έργα- πήρε αρκετά μαθήματα. Τότε, παραίτησε για λίγο την κτιστική, πήρε στον ώμο τη βαλίτσα με τις φιγούρες που είχε φτιάξει και τράβηξε κατά το Γερόλακκο, όπου έπαιξε δύο νύκτες. Μετά πήγε στον Αστρομερίτη, όπου φιλοξενήθηκε από το Λεωνίδα Χαραλαμπίδη, ο οποίος ήταν παλιά δάσκαλος στη Χλώρακα και τον γνώριζε. Έπειτα, πήγε στις Ζώδιες και μετά στον Κάμπο.

Μετά την επιτυχία που είδε πως είχε κατά την πρώτη του περιοδεία πήρε θάρρος και συνέχισε να περιφέρεται στα χωριά, κυρίως της Πάφου, και της Λεμεσού. Σε όποιο χωριό πήγαινε δύο-τρία παιδιά γύριζαν μ΄ ένα κουδούνι και διαλαλούσαν την άφιξή του. Οι παραστάσεις τότε γίνονταν συνήθως στους καφενέδες. Η αντιμετώπιση που είχε από τους εργοδότες του δεν ήταν πάντα η ίδια. Πολλές ήταν οι φορές που κοιμήθηκε πληγωμένος, νηστικός και περιφρονημένος από την άσχημη συμπεριφορά των ανθρώπων. Τα μάζευε τότε κι έφευγε, περπατώντας ώρες ατέλειωτες για τον επόμενο σταθμό. Στο δρόμο καθώς πήγαινε ορκιζόταν πως δε θ’ αφήσει κανένα από τα παιδιά του ν’ ασχοληθεί με αυτό το επάγγελμα. Κατά καιρούς παραιτούσε το επάγγελμα του καραγκιοζοπαίχτη και καταπιανόταν πάλι με την κτιστική. Λίγο μετά το 1940, εργάστηκε στην κατασκευή του στρατιωτικού αεροδρομίου Πάφου ως βοηθός επιστάτης. Μετά το σεισμό του 1953 ξαναεργάστηκε ως κτίστης στις παράγκες, που έκτιζαν για τους σεισμόπληκτους.

Όμως το μεράκι για το σκανδαλιάρη Καραγκιόζη δεν έσβηνε και ενώ τα παρατούσε για λίγο, ξανάπαιρνε το βαλιτσάκι του και έπαιρνε σβάρνα τα χωριά.

Περιστατικά από τις περιοδείες του

Μια φορά είχε εισπράξει σε κάποιο χωριό δεκατέσσερα γρόσια από την παράσταση που έδωσε. Ο καφετζής είχε αφήσει τους μισούς να μπουν δωρεάν. Όταν έφυγαν όλοι οι θεατές, η καφετζίνα του έβαλε κουκιά να φάει και μετά κοιμήθηκε σ’ ένα κρεβάτι στο καφενείο. Όταν ξύπνησε, χάλασε τη σκηνή και τράβηξε για το παρακάτω χωριό. Κατά το δειλινό, βλέπει τον καφετζή του χωριού, που άφησε να καταφθάνει με άγριες διαθέσεις και να του λέει: «Έφυγες και δεν πλήρωσες το φαΐ και το στρώμα σου. Τι εννοούσες; να περάσεις μούχτιν;». Ο Πάφιος του απάντησε: «Είντα, εσύ έβαλες το μισόν χωρκόν μούχτιν στην παράστασιν μου. Μήπως ενόμισες πως με έστειλεν η κυβέρνηση να σας διασκεδάσω μούχτιν;».

  • Έννα πκιερώσεις ολάν όξα όι; είπε ο καφετζής και σήκωσε τη μαγκούρα που έφερε μαζί του.
  • Πόσα θέλεις; ρώτησε ο Πάφιος.
  • Τέσσερις μπακκίρες, απάντησε.
  • Τζι έκοψες τρία μίλια δρόμο για τέσσερις μπακκίρες;

Τότε ο Πάφιος του έδωσε μισό σελίνι και ο καφετζής έμεινε ικανοποιημένος.

Μιαν άλλη φορά ένας γνωστός δάσκαλος της εποχής είπε στον Πάφιο κάτι που τον πλήγωσε πάρα πολύ:

  • Ζούμεν στον εικοστόν αιώνα που πετούν τα σίδερα και συ Πάφιε κοροϊδεύεις ακόμη τον κόσμον με τα χαρτόνια σου;

Και απαντά ο Πάφιος:

  • Μπράβο, δάσκαλε, μιλάς σαν ανίδεος. Κρίμας τα γράμματα που έμαθες. Ας άκουες τουλάχιστον, τι λένε για την τέχνη μου άνθρωποι των γραμμάτων με γνήσιο πνευματικό ανάστημα.

Πολλοί δάσκαλοι, του οργάνωναν μαθητικές παραστάσεις. Ήταν όμως, κι άλλοι που απαγόρευαν στα παιδιά να έρχονται στο καφενείο που έπαιζε. Άμα τύγχανε να βρουν παιδιά τα έδιωχναν και την άλλη μέρα τα απέβαλλαν από το σχολείο, μολονότι ο καραγκιόζης ήταν η μοναδική ψυχαγωγία που είχαν στα χωριά.

Ο Πάφιος όπου πήγαινε έκλεινε τα σινεμά, με αποτέλεσμα να δημιουργήσει πολλούς εχθρούς. Οι ιδιοκτήτες σινεμά πλήρωναν μικρούς για να του ρίχνουν πέτρες κατά τη διάρκεια των παραστάσεων. Όταν το 1958 έπαιζε στη Λεμεσό ήρθε κάποιος και του λέει:

  • Με γνωρίζεις, κύριε Πάφιε;
  • Ποιος είσαι; τον ρώτησε.
  • Είμαι ένας από κείνους, που σου έριχναν πέτρες το 1927.
  • Και ήρθες χωρίς ντροπή να μου το πεις, βρε ταγκαλάκη;
  • Πάταξον μεν, άκουσον δε, του είπε.
  • Μπα, είσαι και γραμματιζούμενος, του λέει ο Πάφιος.
  • Λοιπόν, μου ’δωσαν μια λίρα να ρίξω μια πέτρα. Αφήνω τη λίρα. Τότε κανείς, σκότωνε άνθρωπο με μια λίρα.

 

Ο Πάφιος ήταν αγαπητός και στους Τουρκοκύπριους, οι οποίοι καταλάβαιναν τα έργα του και τα χαίρονταν. Μια φορά, βρισκόταν σ’ ένα τουρκοκυπριακό χωριό και έπαιζε τον Κατσαντώνη. Οι Έλληνες, σε αυτό το έργο σκότωναν συνεχώς   Τούρκους. Τότε, κάποιος σηκώθηκε και πήγε πίσω από τη σκηνή και λέει στον Πάφιο: «Μάστρε, σκότωσε τζιαι κανέναν γριστιανό, γιατί πουκάτω οι Τούρτζιοι βουίζουν». Μιαν άλλη φορά πάλι, έπαιζε τον Αθανάσιο Διάκο στην Παναγιά. Μετά το τέλος της παράστασης, τον πλησίασε ένας Τούρκος αξιωματικός και με φιλικό τρόπο, του λέει: «Μεν παίζεις, κύριε Πάφιε, έτσι έργα, γιατί τούτοι δαμαί εν πελλοί τζιαι μπορεί να παν στην Ασπρογιάν τζιαι να σφάξουν ούλλους τους Τούρκους». Ο κόσμος, που δεν πήγε σχολείο έμαθε τις καλές και κακές στιγμές του ελληνισμού μέσα από τον Καραγκιόζη.

Ο μεγάλος αυτός καραγκιοζοπαίχτης δεν έμενε πιστός στο κείμενο που είχε μπροστά του ή που αποστήθιζε, αλλά προσέθετε και πολλά δικά του. Στη Χλώρακα μια φορά έπαιζε το «Μεγαλέξανδρο και το θηρίο». Πήγε λοιπόν ο Χατζηαβάτης να σκοτώσει το θηρίο, το οποίο μούγκριζε πάρα πολύ δυνατά. Τότε, ρωτάει το Μορφωνιό: «Ποιος μουγκρίζει έτσι;» και αυτός του απαντά: «Εν το τράκτορ του Βάννα». Έτσι, βάζοντας υπαρκτά πρόσωπα που βρίσκονταν ανάμεσα στο κοινό και σατιρίζοντάς τα, έκανε τα έργα του πιο ζωντανά και σκορπούσε άφθονο γέλιο στους θεατές.

Όταν διεξαγόταν ο αγώνας της Ε.Ο.Κ.Α., πήγε στη Φύτη, όπου έπαιξε πέντε-έξι νύκτες. Ένα πρωί άκουσε τον τηλεβόα να καλεί τους άντρες να μαζευτούν στην εκκλησία του χωριού. Οι Άγγλοι τον υποψιάστηκαν και αφού του έκαναν εξονυχιστικό έλεγχο, τον οδήγησαν στο Στρουμπί. Εκεί, τόν φωτογράφισαν και τότε ο Πάφιος ρώτησε ένα αστυνομικό: «Μα τι διάβολο τους κατέβηκε και με φωτογραφίζουν;». «Σε πήραν για το Διγενή», του λέει. Ύστερα τον έβαλαν σ’ ένα καμιόνι μαζί με άλλους κρατούμενους και τους οδήγησαν στο Κτήμα. Στα κρατητήρια του Κτήματος ήταν συγκρατούμενος με τον Τάκη Σοφοκλέους. Μια μέρα αρρώστησαν και οι δύο και τους οδήγησαν στο γιατρό. Εκεί ο Τάκης Σοφοκλέους βρήκε την ευκαιρία και δραπέτευσε. Τότε οι Άγγλοι ξυλοκόπησαν τον Πάφιο, για να μαρτυρήσει πού είχε κρυφτεί ο Σοφοκλέους, επειδή πίστευαν πως ήξερε. Μετά από οχτώ μέρες τον άφησαν ελεύθερο και όταν πήγε σπίτι έμαθε από τη γυναίκα του ότι πέρασαν οι Άγγλοι και έκαναν το σπίτι άνω κάτω.

Ο Πάφιος στην τηλεόραση

Γύρω στα 1977 το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου τον αναζήτησε, για να τεκμηριώσει και να εκλαϊκεύσει την τέχνη του Θεάτρου Σκιών, μια τέχνη που η τηλεόραση είχε κατακρεουργήσει. Ο Πάφιος χάρηκε για την πρόταση που του έκαναν, όμως δεν ήταν και πολύ ενθουσιασμένος, γιατί ένιωθε πως γέρασε και ότι δε θα μπορούσε να δώσει παράσταση τόσο έντεχνα όσο θα το ήθελε. Το πρώτο έργο που οπτικογραφήθηκε απορρίφθηκε στην πρόβα γιατί βλαστήμησε. Έπειτα το ξανάπαιξε και το ενέκριναν. Ντράπηκε, καθώς λέει ο ίδιος: «τόσα χρόνια καραγκιοζοπαίκτης δεν κατάλαβα πως ήταν κακό συνήθειο να βλαστημώ. Παραδέχομαι το λάθος μου προ πάντων όταν σκέφτομαι ότι παρακολουθούν μικρά παιδιά».

Παραστάσεις στο εξωτερικό

Η φήμη του Χλωρακιώτη καραγκιοζοπαίκτη είχε πετάξει έξω από τα σύνορα της Κύπρου. Με πρόσκληση των Κυπρίων αποδήμων, ταξίδεψε δώδεκα φορές στην Ελλάδα για να δώσει παραστάσεις. Σ’ ένα από τα ταξίδια του, το 1958, προσπάθησε να γίνει μέλος του σωματείου των καραγκιοζοπαικτών, για να πάρει σύνταξη όταν γεράσει, όμως οι Ελλαδίτες συνάδελφοί του δεν τον δέκτηκαν γιατί δεν ήταν μόνιμος κάτοικος Ελλάδας. Πήγε επίσης και έδωσε παραστάσεις στην Αγγλία και στη Γερμανία. Στο Μόναχο το 1978 είχε αποσπάσει πολύ θετικά σχόλια και τη σκηνή καθώς και τις φιγούρες του είχε αγοράσει το Μουσείο της πόλης.

 

Ο ζωγράφος Πάφιος και η γνωριμία του με τη Βέμπο

Ο Πάφιος εκτός από σπουδαίος καραγκιοζοπαίκτης ήταν και πολύ καλός ζωγράφος. Τη σκηνή του τη διακοσμούσε ο ίδιος με ωραία έργα του.  Όπως λέει ο ίδιος, καταγίνεται με τη ζωγραφική από το 1946 όταν γνώρισε τη Σοφία Βέμπο: «Μπήκε μέσα στην καρδιά μου από πιο μπροστά. Από τότε που γύριζε τα στρατόπεδα στον καιρό του πολέμου και ψυχαγωγούσε τους στρατιώτες. Κι άμα την είδα πρώτη φορά έτσι λεβεντοκαμωμένη, γκυκοπρόσωπη, γλυκομάτα, μια δύναμη μέσα μου μ’ έσπρωχνε να τη ζωγραφίσω. Σχεδίαζα και ξανασχεδίαζα, έσβηνα και ξανάσβηνα, τέλος την τελείωσα. Πήγα στην Αθήνα στο θέατρό της και της την έστειλα με την ταξιθέτρια. Ένα βράδυ κάθισα στην πρώτη σειρά και της πρόσφερα ανθοδέσμη και αυτή με ευχαρίστησε και με καλωσόρισε. Δεν τολμούσα να την πλησιάσω, εγώ, ένα ταπεινό πλασματάκι, εκείνη, μια πριγκίπισσα της Τέχνης. Τη σεβόμουνα, τη λάτρευα σαν Αγία». Όταν μετά από λίγο καιρό ήρθε στην Πάφο η Βέμπο και τραγούδησε λέγεται πως το έκανε για χάρη του Πάφιου. Ο Πάφιος συμμετείχε σε εκθέσεις λαϊκών αυτοδίδακτων ζωγράφων και πολλά έργα του έχουν αγοραστεί από φιλότεχνους, ενώ άλλα είχαν δωριστεί από τον ίδιο.

Το τέλος του μεγάλου καραγκιοζοπαίκτη

 Από το 1970 ο Πάφιος έπαψε να ασχολείται επαγγελματικά με τον Καραγκιόζη. Ήθελε να μείνει κοντά στη «Χατζίνα» του και να περιποιείται το μικρό του περιβόλι. Είχε μάλιστα αποκτήσει και μια μοτοσικλέτα και του άρεσε να κάνει βόλτες. Ένα βράδυ του 1983 σηκώθηκε μέσα στο σκοτάδι με αποτέλεσμα να πέσει κάτω και να σπάσει το πόδι του και να καθηλωθεί στο κρεβάτι μέχρι το τέλος του. Η κόρη του Ελένη τον πήρε κοντά της και τον φρόντιζε μαζί με την αδερφή της Πατού με αγάπη. Στις στερνές του ώρες, οι δημοσιογράφοι και άλλοι πνευματικοί άνθρωποι μπαινόβγαιναν στο σπίτι της κυρα- Ελένης, για να του πάρουν συνεντεύξεις, να τους πει δυο κουβέντες. Αυτοί είχαν καταλάβει, ποιος ήταν ο Πάφιος, ποιος ήταν ο άνθρωπος που θα έφευγε.

Η παράδοση συνεχίζεται

Όπως έχουμε αναφέρει και πιο πάνω ο Πάφιος δεν ήθελε να κάνει κανένα από τα παιδιά του καραγκιοζοπαίκτη. Μόνο ο γιος του ο Αχιλλέας, ο οποίος πέθανε το 1987, ακολούθησε για ένα χρόνο το επάγγελμα του πατέρα του και μετά τα παράτησε. Βλέποντας την ξενιτιά, την πείνα και τις στερήσεις κατάλαβε πόσο δύσκολο ήταν το επάγγελμα του πατέρα του και προτίμησε μια πιο ήσυχη ζωή. Τα παιδιά του Αχιλλέα, ο Χρίστος, ο Γιάννης, ο Αναστάσιος και ο Κώστας, συνεχίζουν από το 1988 την παράδοση του Θεάτρου Σκιών με παραστάσεις σε διάφορα φεστιβάλ. Διοργάνωσαν έκθεση φιγούρων, σκηνής θεάτρου σκιών, πινάκων και ποιητικής συλλογής. Ανάμεσα στις φιγούρες υπήρχαν και κάποιες που έφτιαξε ο ίδιος ο Πάφιος και ο Αχιλλέας. Επίσης, άξιος συνεχιστής του Πάφιου είναι ο εγγονός του Χριστόδουλος Αντωνίου, γιος της κόρης του Ελένης, ο οποίος από μικρός ακολουθούσε τον παππού του σε διάφορες παραστάσεις και έμαθε από πρώτο χέρι την τέχνη του καραγκιόζη. Έχει δικό του εργαστήρι στη Λευκωσία όπου κατασκευάζει τις φιγούρες και τα καλοκαίρια γυρίζει τα χωριά για παραστάσεις, όπως άλλοτε έκανε ο παππούς του. Πολλοί δημοσιογράφοι και ειδικοί έχουν ασχοληθεί με το Χριστόδουλο Αντωνίου και έχουν γράψει γι’ αυτόν τις καλύτερες κριτικές.

Ο Καραγκιόζης, ο Μορφονιός, ο Χατζηαβάτης, ο Μπαρμπα -Γιώργος, ο Βεληγκέκας, ο Σταύρακας, το Κολλητήρι, όλοι τους άψυχα χαρτόνια, έπαιρναν σάρκα και οστά με τη δύναμη της φωνής και την επιδεξιοτεχνία των χεριών του Χριστόδουλου Πάφιου. Γενεές ολόκληρες γαλουχήθηκαν, διδάχτηκαν, έκλαψαν και γέλασαν με τις ιστορίες του. Πνεύμα ανήσυχο και δημιουργικό ο Χριστόδουλος Πάφιος ήταν αδύνατο να αντέξει στη φυλακή του κρεβατιού. Το 1987 ο Πάφιος έκλεισε τα μάτια πλάι στις φιγούρες που ο ίδιος έφτιαξε και τόσο πολύ αγάπησε, αφήνοντας πίσω του μια τεράστια κληρονομιά.